Είναι ένα θέμα που με πονάει. Σχεδόν μου έχει αφήσει ψυχικά τραύματα. Αναφέρομαι στους συμμαθητές μου από το δημοτικό τους περισσότερους από τους οποίους έχω να συναντήσω καμιά δωδεκαριά χρόνια. Πρόσφατα έμαθα ότι έχουν κάνει τουλάχιστον τρεις συναντήσεις στις οποίες κανείς δεν με κάλεσε. Μάλιστα η παλιά συμμαθήτρια που συνάντησα ήταν μες τις χαρές, τις αγκαλιές και τα φιλιά, με ρώτησε γιατί δεν πήγα (καλά μας δουλεύει τελείως?), και μου είπε πως την επόμενη φορά δεν θα παραλείψουν να με ενημερώσουν. Μάλιστα, ανταλάξαμε και κινητά, και συμφωνήσαμε να βρεθούμε καμιά μέρα για κανά καφέ να τα πούμε, έστω και οι δυο μας, χωρίς τους άλλους. Την πήρα τηλέφωνο μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων να κανονίσουμε, και της είπα να με πάρει όποτε θέλει μέσα στην επόμενη εβδομάδα. Όπως θα καταλάβατε δεν με πήρε ποτέ (και μην νομίσετε πως ήθελα να βγούμε για καμάκι – στ’ αλήθεια ήθελα να δω τι κάνει αυτή η ψυχή μετά από τόσα χρόνια – ήταν και ο πρώτος μου έρωτας που του έπιασα το χέρι στο δημοτικό). Επίσης κανά δυο βδομάδες μετά έμαθα ότι έγινε πάλι συνάντηση και όπως ξανά θα καταλάβατε, κανείς δεν μου το είπε. Άρχισα να προβληματίζομαι με την όλη κατάσταση και κατέληξα σε δύο εναλλακτικά συμπεράσματα – εκδοχές, τα οποία μπορούν ενδεχόμενα να ισχύουν παράλληλα:

1. τα αγόρια αναγνωρίζουν τον γόη στο πρόσωπό μου, μάλλον είναι λιγούρες με τις κοπέλες, και φοβούνται τον ανταγωνισμό τον οποίο και θέλουν πάση θυσία να αποφύγουν. Είναι μια καλή εξήγηση για το ότι δεν με καλούν.

2. τα κορίτσια ντρέπονται για την εμφάνισή μου. Εδώ πρέπει να σημειώσω πως σχεδόν όλοι οι παλιοί φίλοι – συμμαθητές είναι ψιλοκυριλέ και παίζει να βγαίνουνε στις μαζώξεις είτε σε καμιά παραλία στη Νίκης, είτε σε καμιά Κρήνη. Μπορεί να σκέφτονται ότι έχοντας εμένα μαζί τους θα φάνε πόρτα για πρώτη φορά στη ζωή τους (εγώ το έχω συνηθήσει και μου φαίνεται καλός χαβαλές, πέραν του ότι καμιά φορά νιώθω και λίγο μάγκας). Όντως σε αυτό έχουν δίκιο αν και δεν νομίζω 15 νοματαίοι προσεγμένοι να φάνε πόρτα εξαιτίας ενός ψιλοχύμα. Όντως κουρεύομαι μόνος μου, έχω γένια τριών μηνών, και μπορεί να φορέσω φόρμα με πουκάμισο. Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι κανένας κολλημένος, σέβομαι τις επιλογές του άλλου όσο και να διαφωνώ μαζί τους και άνετα θα έμπαινα σε μαγαζί που δεν έχει ούτε μία από τις ιδιότητες του σωστού μπαρ (βλέπε το ποστ για τα μπαρ), αρκεί να έβλεπα για κανά δίωρο τους παλιούς φιλαράκους μου.

Τέλος πάντων, αφού αυτοί δεν με θέλουν δεν μπορώ να κάνω κάτι περισσότερο. Τους θυμάμαι πολύ ευχάριστα έχοντάς τους συνδεδεμένους με τα παιδικά μου χρόνια. Από τις πρώτες αγάπες μέσα στη ντροπαλότητα και τον ρομαντισμό, μέχρι το ποδόσφαιρο με κουκουνάρια όταν δεν είχαμε μπάλα. Αυτά μου αρκούν. Έτσι κι αλλιώς μπορεί να είναι πιο καλά να μην τους απομυθοποιήσω. Στην υγειά σας παιδιά, και καλό δρόμο.

Για όσους απορούν με το υπερχαβαλετζίδικο κομμάτι χαβάη που τελευταία τραγουδά όλος ο κόσμος, απορημένοι με το πως η Πρωτοψάλτη που διαφημίζει τράπεζες, ή το αποστειρωμένο περιβάλλον της παρήγαγαν αυτή την αποθεωτική διασκευή του ρέγκε ιτ’ς ε πίτυ, τους έχω έτοιμη την απάντηση. Το κομμάτι ακριβώς αυτούσιο (δηλαδή η διασκευή), είναι δημιουργία της ντογκμάδερ, γνωστής χιπ χόπερ στην ελληνική σκηνή. Εξ ‘ου και το υποβόσκον ραπ στυλάκι με το οποίο μας ξάφνιασε η Άλκηστις. Η σκυλομαμά το πούλησε στα κυκλώματα, φαντάζομαι έναντι κάποιον χρημάτων και καλά έκανε. Ούτως ή άλλως δεν νομίζω να της πέφταν τα φράγκα από τα μπατζάκια. Επίσης εάν το κρατούσε και δεν το έδινε, έχω την αίσθηση πως θα της το παίρνανε και τζάμπα. Ακόμη όμως και να μην συνέβαινε αυτό, το κομμάτι δεν θα είχε σίγουρα την ίδια επιτυχία. Οι χάρντκορ ράπερς που αποτελούν το κοινό της ντογκμάμα, μάλλον δεν θα έμεναν ικανοποιημένοι από αυτή τη ελαφριά διασκευή με πολλά στοιχεία ρέγκε, αλλά και από την άλλη το κομμάτι δεν θα έφτανε ποτέ στο κοινό μαζικά γιατί η καλλιτέχνιδα δεν έχει πρόσβαση – και μάλλον δεν θέλει να έχει – στα ανάλογα κυκλώματα. Ακόμα κι αν είχε όμως, το κοινό, αφού άκουγε τη διασκευή θα αναζητούσε και άλλο υλικό της που στα σίγουρα θα το απογοήτευε. Τώρα, με όσα έχουν συμβεί όλοι γουστάρουν, αφού και η μάζα είναι ικανοποιημένη από το τραγούδι που το ερμηνεύει η αγαπημένη του Άλκηστις, και στα καπάκια ακούν ελληνοποιημένο μπρέγκοβιτς, και η ντόγκμάδερ έβγαλε λίγα φράγκα, και όσοι ψάχνονται και δεν την ξέρουν, μπορεί να την ανακαλύψουν μέσω του κομματιού, και κατ’ επέκταση να έρθουν σε επαφή με αυτό που λέμε ελληνική χιπ χοπ σκηνή. Υο!!!

the real stuff


20070114230252shakira.jpg

Πως μου ‘ρθε τώρα δεν ξέρω, αλλά θυμήθηκα που τέτοιο περίπου καιρό σαν πέρσι (νομίζω λίγες μέρες αργότερα προς τα τέλη Ιουλίου) πήγα με καλό φιλαράκι, χοντρό στην όψη, με κοκόρι στο μαλλί και δεινό κιθαρίστα ροκαμπιλά (συνδυασμός μπι μπι κινγκ και σλας στη βρωμιά, αλλά μην χαίρεστε είναι κλεισμένος σε μπαντάρα και δεν παίζει πουθενά αλλού), στη συναυλία της Σακίρα – Σακίρα στο ΟΑΚΑ. Πως το αποφασίσαμε δεν γνωρίζω ακριβώς, αλλά μάλλον εγώ έφταιγα, γιατί η δικιά μου έλειπε καλοκαιριάτικα, κι εγώ έλιωνα στη Θεσσαλονίκη, και δεν ήξερα τι να κάνω, και γενικά μάλλον μου την είχε βαρέσει από την πολλή την απραξία, και επειδή είχα ακούσει που θα ερχόταν η Σακίρα, αποφάσισα να πάω για να έχω να το λέω σε τίποτα μέινστριμ γκόμενες στο μέλλον, με την προϋπόθεση βέβαια να έβρισκα και παρέα για το φιλόδοξο εγχείρημα. Και δικοί μου, όταν τα μουσικά γούστα των φίλων σου και των γνωστών σου περιορίζονται είτε στο βαρύ σκυλάδικο, είτε στην αλήτικη ροκιά, είτε σε συνδυασμό των δύο παραπάνω (στην τελευταία κατηγορία ανήκω κι εγώ – τι είναι δηλαδή πιο ροκ? ο Τερλέγκας ή οι Τρύπες?) πραγματικά είναι δύσκολο να βρεις παρέα για τέτοια σχέδια. Κι εγώ λες και το ‘χα μεγάλο νταλκά έπαιρνα τηλέφωνα και εκλιπαρούσα για συνένοχους. Κι αφού εισέπραξα απανωτές αρνήσεις από τους πιο κολλητούς, άρχισα να παίρνω και άτομα που δεν τους έπαιρνα ούτε στη γιορτή τους κι ας τους λέγανε και Γιάννηδες. Και πάλι όμως κανείς δεν ήθελε να ζήσει την εμπειρία της μεγαλειώδους αυτής συναυλίας. Τέλος πάντων, ανακοινώνοντας σε όποιον έβρισκα τα πλάνα μου, κατέληξα να πληροφορηθώ ότι η μνηστή που είχε εκείνη την περίοδο ο προαναφερθέντας χοντρός φίλος (και όχι γνωστός) που τελικά ακολούθησε, είχε φιλενάδα μια τύπισσα που δουλεύε σε γνωστό τηλεοπτικό σταθμό της πρωτεύουσας ο οποίος μοίραζε εισιτήρια για την εν λόγω παράσταση. Όπως καταλάβατε στη Σακίρα εγώ πήγα τζάμπα και γλίτωσα τα 40 ευρό. Συμβουλή προς τύπους και τύπισσες που στέλνουν μηνύματα σε τέτοιου είδους διαγωνισμούς: αν δεν έχετε κι εσείς τέτοιες υψηλές διασυνδέσεις σαν τις δικές μου, μην σπαταλάτε άδικα τον χρόνο σας. Τα πάντα είναι σαφώς προκαθορισμένα, και δεν έχετε σχεδόν καμία τύχη. Το αστείο είναι πως ο χοντρός φιλαράκος δεν είχε αποφασίσει αν θα έρθει μέχρι 5 ώρες πριν την κάθοδο, κι έτσι αυτός πλήρωσε κανονικά, κι εγώ ο κάφρος λόγω πιεσμένων οικονομικών ούτε καν του ανέφερα να τα σπάσουμε τα φράγκα μισά – μισά, αφού στην τελική αυτός χάρη μου έκανε που ερχότανε (αν και είμαι σίγουρος πως και αυτός θα εξιστορεί σε ποπ κοριτσάκια με υφάκι ότι είδε τη Σακίρα λάιβ). Με άλλα λόγια η γκόμενα του τύπου έβαλε εμένα μπέχο κι άφησε τον δικό της να πληρώσει. Χα, χα!!!

shakira001.jpg

Επειδή τώρα την πρόσκληση έπρεπε να την παραλάβω την επόμενη από τα γραφεία του σταθμού, και φυσικά δεν προλάβαινα να είμαι εκεί εγκαίρως, έστειλα χαμαλίκι συμφοιτητή αθηναίο να τραβηχτεί κάνα δίωρο πάνε και κάνα δίωρο έλα, για να μπω εγώ στον Καλατράβα κύριος. Με τα πολλά εγώ κοιμήθηκα καμιά ωρίτσα το βράδυ γιατί νομίζω τα έπινα με κάποιον φίλο έξω, και σηκώθηκα τα άγρια χαράματα για να πάρω με τον ροκαμπιλά τον καρβουνιάρη των έξι και να το κόψουμε για νότο. Ως εκεί μια χαρά. Το ταξίδι είχε πλάκα, και στο τρένο γνωρίσαμε την πιο απίθανη γκόμενα των εποχών η οποία καθόταν στην διπλανή θέση από τις δικές μας και διέθετε βυζά και όχι βυζιά (η αφαίρεση του “ι” σημαίνει πρόσθεση μεγέθους), κάπου σπούδαζε, άκουγε στο εμ πι θρι νομίζω γκανς και ρόουζες, και μας έβαζε να ακούμε κι εμείς γεμάτη κέφι και χαρά, και γενικά μας είχε γίνει κολλιτσίδα απίστευτη και ειδικά στον φιλαράκο μου, αλλά φυσικά δεν της την πέσαμε στα ίσα για νουμεράδα επειδή και οι δύο ήμασταν τότε δεσμευμένοι (εγώ παραμένω ακόμα). Η τύπισσα ήταν πραγματικά κουλ, επειδή ενώ ήταν οπαδός του κυβερνώντος κόμματος είχε την διάθεση να περάσει οχτώμιση ώρες με δυο ψιλοαριστερούς με πολλές παρυσφρείουσες (σίγουρα έκανα ορθογραφικό, αλλά δεν έχω γουόρντ) καλτ απόψεις και με μια διάχυτη εκλεπτυσμένη ειρωνεία στην ατμόσφαιρα από την μεριά μας. Ναι, ναι καλά ακούσατε ωχτόμιση ώρες κάναμε για Αθήνα. Το τρένο σταμάτησε κανά δίωρο για βαθειές ανάσες και μετά συνέχισε αγέρωχο στον προορισμό του. Αποτέλεσμα να φτάσουμε κατά τις δυόμιση, κι εγώ να τρέξω καρφί στη δουλειά της μαμάς του συμφοιτητή να πάρω το χαρτί, κι ο χοντρός να τρέξει σε κάποιο είδος κουμπάρας του που του είχε κόψει το πληρωμένο χαρτί, και από ότι μου έλεγε δούλευε στην εταιρεία που έφερε την σταρ και υπήρχε μια περίπτωση να μας πάει μπακστέιτζ και να την γνωρίσουμε κι από κοντά (πράγμα που πρέπει να ήταν χοντρό μπαλαμούτι από μέρους του, γιατί ούτε την Σακίρα γνωρίσαμε, αλλά και το εισιτήριο το πλήρωσε). Μετά λοιπόν από κάνα δίωρο, βρέθηκα να περιμένω στο γνωστό καφέ στάρμπαξ του οποίου εγώ ως βλάχος Σαλονικιός την ύπαρξη αγνοούσα, τον φιλαράκο κι ακόμα έναν φιλαράκο που θα μας φιλοξενούσε σπίτι του το βράδυ. Όπως λοιπόν περίμενα μόνος μου στο ραντεβού είπα να πάω να πάρω καμιά καφεδιά. Μπαίνω λοιπόν μέσα στο στάρμπαξ κύριος, με αέρα τζαμπατζή στο λάιβ της ημέρας, χαμογελάω στη συμπαθέστατη υπάλληλο και της ανακοινώνω ότι θέλω μια φραπεδιά μέτρια και παγωμένη, έτσι να δροσιστούμε και λιγάκι. Η κοπέλα με κοίταξε σαν να της ζήτησα στοματικό έρωτα επί τόπου και μάλιστα χωρίς καπότα. Νομίζω πήγε να κλάψει, αλλά κρατήθηκε και μου είπε ότι φραπέ δεν έχει το μαγαζί. Κανονικά, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μα να έχει τόσους καφέδες και να μην έχει φραπέ? Ντράπηκα λίγο, αν και τελικά στ’ αρχίδια μου που δεν είχαν. Μισή ντροπή δική μου και μισή δική τους. Μου πρότεινε επειδή αντιλήφθηκε την δυσχερή και αμήχανη θέση μου, να μου κάνει κάτι σαν φραπέ και είπα εντάξει. Αυτό που μου έκανε βέβαια έμοιαζε με φραπέ, όσο και το ουίσκι μοιάζει με το φυστικοβούτυρο, αλλά τι να κάνω έκατσα και το ήπια. Κι επειδή όταν καίγεσαι στο χυλό φυσάς και το γιαούρτι, όταν συνειδητοποίησα πως δεν είχε ζάχαρη το ρόφημα, πλησίασα διστακτικά κάτι βάζα που ήταν πάνω σε ένα μπαρ, και που έμοιαζαν να έχουν ζάχαρη, αλλά πριν βάλω δοκίμασα με το δάχτυλο μήπως και η άγνοιά μου ήταν τόσο μεγάλη και έβαζα κανένα αλάτι στον καφέ.

306877-shakira-sexy-hot-screensaver.jpg

Με τα πολλά ήρθαν και οι άλλοι, τα είπαμε λίγη ώρα και κατά τις έξι αναχωρήσαμε για ΟΑΚΑ με τον ηλεκτρικό. Αφού φτάσαμε αράξαμε κεφάλι με κεφάλι σε ένα πεζούλι δίπλα από μια πισινούλα στο ολυμπιακό πάρκο, και από τον αέρα μου ήρθε ένα χαρτί από λιωμένο παγωτό πασσαλειμένο με πετραδάκια και σκόνη ακριβώς στο στόμα μου ενώ χασμουριόμουνα. Πρέπει να έφτυσα τόσες φορές μέσα στη λιμνούλα που να άλλαξε η χημική της σύσταση. Εν τω μεταξύ κάναμε και χάζι τα κοριτσάκια που βιαζόντουσαν να μπούνε στο στάδιο. Είμασταν πολύ κουρασμένοι και άυπνοι γιατί πρέπει να εξετάσαμε το ενδεχόμενο να την κάνουμε από το λάιβ, και να πάμε για κανένα μπυρόνι στο χαλαρό, αλλά μετά απορρίψαμε αυτή την προοπτική. 40 ευρό έδωσε ο άλλος δεν έλεγε να τα κάψουμε έτσι. Μετά από λίγη ώρα ήμασταν μέσα. Καλή φάση το ολυμπιακό, ήταν όντως εντυπωσιακό. Ήταν όμως νωρίς κι έτσι πηγαίναμε προς τις κερκίδες και κάναμε χάζι τους σκυλάδες, τους παρουσιαστές και τα μοντέλα που ήρθαν να δουν την κολομβιάνα. Πρώτη φορά πρέπει να είδα τόσους διάσημους από κοντά σε μία ώρα. Δεν θυμάμαι καλά αλλά πρέπει να ήταν ο Ρουβάς, η Αννίτα Ναθαναήλ, ο Πετρέλης, ο Αρναούτογλου και σίγουρα ήταν κι άλλοι που εγώ δεν τους είδα. Πο πο, τι γκλαμουριά δικέ μου!!! Καθώς κόβαμε βόλτες παρατηρήσαμε σε κάποια φάση έναν δίμετρο κινέζο με στιλ ροζ γκόθικ ή κάτι τέτοιο και τον δουλεύαμε και λέγαμε “κοίτα ένα μαλάκα γιαπωνέζο ρε” και τέτοια. Τελικά ο τύπος αυτός ήταν ο ντράμερ. Παρ’ όλα αυτά ήταν για κορόιδεμα. Φαντάσου ένα συνδυασμό Κουβατσέα, Φασούλα και Μπρους Λι και τον έχεις μπροστά σου. Μετά πήραμε κάτι μπύρες και βγάλαμε και τα παπούτσια και οι κάλτσες μας είχαν κορώσει από την ιδρωτίλα κι από το πολύ περπάτημα και πρέπει να ζέχνανε κι από πάνω. Αλλά δεν πειράζει, αυτά έχουνε οι συναυλίες. Με τα πολλά άρχισε η συναυλία και είδαμε για σαπόρτ την Ραλλία Χρηστίδου από το φέιμ στόρι (ξεκάρφωμα), και ακόμα ένα φλώρικο αθηναίϊκο συγκροτηματάκι που έχει κάνει και τη μουσική για τη λάκτα, αλλά δεν θυμάμαι πως το λένε (κι αυτό ξεκάρφωμα αλλά μικρότερο). Τότε ήταν που συνειδητοποιήσαμε ότι ανεβάζαμε τον μέσο όρο ηλικίας του κοινού. Πρέπει να ήμασταν οι πιο παππούδες εκεί μέσα, γιατί τους περνούσαμε όλους ένα κεφάλι και δεν είμαστε και πάνω από 1.70 έκαστος. Η αρένα ήταν τίγκα από γιαγιάδες με τα εγγονάκια τους. Πως είχαμε την μάνα ρέιβερ? Τώρα είχαμε την γιαγιά ποπ φαν. Μετά από καμιά ώρα βγήκε και η Σακίρα και μας χόρεψε τσιφτετέλια μας είπε και μπαλάντες, έχυσε με την βάση του μικροφώνου πάνω στην οποία τριβότανε λες και ήταν δονητής και στα καπάκια έπαιρνε περίλυπο βλέμμα και μας τραγουδούσε θλιμμένα και νοσταλγικά για την αγάπη της στο δημοτικό. Ήταν εκεί παραδίπλα και κάτι πενηντάρηδες χωρίς εγγόνια, που αντί να πάνε στο μπέιμπι γκολντ πήγανε στην Σακίρα και πετάγανε αλησμόνητες ατάκες ανάμεσα στα τραγούδια του τύπου: “είναι αυτή μία κουφάλα…. από το ζεστό στο κρύο κι από το κρύο στο ζεστό”. Επίσης ο δικός μου είχε πολλές πορδές και τις αμόλαγε τελείως αδιάκριτα λόγω της κάλυψης των ηχείων. Το πρόβλημα ήταν ότι από πίσω του καθόταν μια κοντούλα εγγονή που η μύτη της ήταν στο ίδιο ύψος με την ζώνη του. Πραγματικά, δεν έχω δει πιο εκλιπαριστικό βλέμμα και πιο αλλήθωρο μάτι από το δικό της. Γενικά μιλάμε για ωραία κατάσταση με πολύ γούστο. Σε κάποια φάση βαρεθήκαμε την ορθοστασία, και μιας και είχε και γιγαντοοθόνες πήγαμε και την ξαπλώσαμε πίσω κι εμένα παίζει να με πήρε κι ο ύπνος για κάνα πεντάλεπτο. Πάντως το πιο ροκαμπίλι κομμάτι της, το ομπτζέξιον δεν το έπαιξε η βρώμα. Έμεινε κι ο κολλητός με το παράπονο. Δεν πειράζει όμως, γουστάραμε και ήταν καλά. Μετά πήγαμε και βρήκαμε τον φίλο που θα μας φιλοξενούσε (οι Αθηναίοι πολύ άγχος μιλάμε – ούτε για ανκόρ δεν φώναξαν και τρέχαν κατοστάρι αλλά Καρλ Λιούις να προλάβουν τον ηλεκτρικό), και πήγαμε για φαί σε μια καντίνα στην Μιχαλακοπούλου που εγώ την ήξερα από τον Μαμαλάκη, που κάνει κάτι χοτ ντογκ με βραστά λάχανα, καρότα και άλλα πορδαλίδικα υλικά. Στη συνέχεια πήγαμε σπίτι του δικού μας, όπου ήταν και οι γονείς του, οι οποίοι κοιμόταν την ώρα άφιξής μας. Η μαμά του πρέπει να έφριξε γιατί το πρωί μπήκε στο δωμάτιο και στο παρά τσακ την γλίτωσε την λιποθυμία. Ξέρετε τώρα πορδές, κορωμένες κάλτσες, μασχαλίλα από συναυλία από δύο γομάρια δεν θέλει και πολύ να ευωδιάσουν μια κάμαρα τρία επί τρία. Την επομένη φύγαμε πουρνό πουρνό. Πιστεύω όμως πως μας συγχώρεσε γιατί είμαστε καλά παιδιά ρε πούστη.

Έτσι δεν είναι ρε χοντρέ?

Πριν λίγα χρόνια ήμουν στον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ζει μόνιμα στην επαρχία. Ήταν καλοκαίρι και τέλος πάντων πιτσιρικάς ήμουν που σιγά σιγά μεγάλωνε και ήθελα να οδηγήσω αυτοκίνητο, έτσι για να νιώσω ακόμα πιο μεγάλος. Το ανέφερα στον πατέρα μου ο οποίος συμφώνησε μετά χαράς, να πάμε να ξεχαρμανιάσω κάποια μέρα σε κανένα χωράφι. Τέλος πάντων το θέμα ξεχάστηκε τις επόμενες μέρες μέχρι που εγώ θα επέστρεφα Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας μου έχει στο χωριό δύο αμάξια. Ένα φίατ πούντο παλιό με το οποίο είχαμε συμφωνήσει να κάνω τη βόλτα, και μια μερσεντές με την οποία ούτε κι εγώ ήθελα να ξεπαρθενιαστώ στην οδήγηση. Αλλά όπως σας είπα το θέμα είχε ξεχαστεί. Την προηγούμενη λοιπόν της επιστροφής μου, κατεβήκαμε με τον μπαμπά στο χωριό για να κόψω εισιτήριο. Καθώς γυρνούσαμε σπίτι, δεν ξέρω πως ο πατέρας μου θυμήθηκε την προ ημερών κουβέντα μας που μέχρι κι εγώ, ο άμεσα ενδιαφερόμενος είχα ξεχάσει. Οπότε αντί να στρίψει εκεί που έπρεπε, συνέχισε προς άλλη, άγνωστη για μένα κατεύθυνση.

- Που πάμε ρε μπαμπά?

- Δεν λέγαμε τις προάλλες να μάθεις να οδηγάς? Πάμε τώρα σε ένα παλιό γήπεδο να οδηγήσεις.

Σαν να ήξερα τι επρόκειτο να συμβεί του επισήμανα ότι οδηγούσε τη μερσεντές.

- Ρε μπαμπά, με αυτό το αμάξι θα πάμε? Αφού είχαμε πει με το πούντο.

- Πάμε μωρέ τώρα το ίδιο κάνει.

Φτάσαμε σε ένα μέρος στη μέση του πουθενά, όπου όντως υπήρχε ένα παλιό γήπεδο. Το πρόβλημα ήταν πως το γήπεδο ήταν περιφραγμένο και η καγκελόπορτα κλειδωμένη. Γκαντεμιά σκέφτηκα, πάλι δεν θα οδηγήσω. Δίπλα από το γήπεδο περίσσευε ένας χώρος με μεγάλο μήκος, αλλά σχετικά στενός, ενώ από την άλλη μεριά υπήρχε ένα μικρό χαντάκι κι έπειτα ένα πρανές. Ο πατέρας μου το είχε πάρει απόφαση.

- Θα οδηγήσεις εδώ. Θα πάμε μέχρι πέρα και θα γυρίσουμε.

Οκ. Αφού μου το έλεγε ο πατέρας μου, θα έφερνα εγώ αντιρρήσεις? Αλλάξαμε θέσεις και βρέθηκα από τα αριστερά της μερσεντές κρατώντας το τιμόνι. Ξεκίνησα και το είχα με την πρώτη. Δεν μου έσβησε ούτε μια φορά. Έφτασα στην άλλη άκρη του μακρόστενου χώρου και σταμάτησα. Ήταν αρκετά στενά και δεν μπορούσα να στρίψω μονοκόμματα για να γυρίσω. Έπρεπε να γίνει με την βοήθεια της όπισθεν.

- Μπαμπά, έλα γύρνα το εσύ και μετά το ξαναπαίρνω.

- Όχι ρε θα το γυρίσεις εσύ, σιγά το δύσκολο.

- Ρε μπαμπά, δεν έχω καλή αίσθηση του αυτοκινήτου και πόσο μάλλον στην όπισθεν. Έλα καλύτερα εσύ μην έχουμε άλλα.

- Όχι μωρέ δεν είναι τίποτα. Εσύ μην κοιτάς πίσω. Θα κοιτάω εγώ και θα σου πω πότε να σταματήσεις.

Αφού το ήθελε ο μπαμπάς, εγώ δεν θα έλεγα όχι. Έβαλα λοιπόν την όπισθεν έκοψα το τιμόνι και άρχισα σιγά σιγά να πατάω το γκάζι. Σε κάποια φάση το έλα έλα του πατέρα μου μετατράπηκε σε σταμάτα σταμάτα σταμάτα. Εγώ εκεί τα έχασα λίγο και αντί για φρένο πάτησα λίγο παραπάνω γκάζι και γκντουπ, έγινε η μαλακία. Ο κώλος της μερσεντές είχε καρφωθεί πάνω στο πρανές και οι πίσω ρόδες αιωρούνταν πάνω από το χαντάκι. Το πρόβλημα είναι ότι οι μερσεντές είναι πισωκίνητες. Επίσης ένα άλλο σχετικό πρόβλημα ήταν ότι ο πατέρας μου δεν είχε σκοπό να βγει από το αμάξι σε αυτή την μικρή βόλτα με αποτέλεσμα να είναι ντυμένος με τρύπιο παντελόνι-μπιτζάμα, άσπρο φανελλάκι και παντόφλα δερμάτινη. Μόνοι στη μέση του πουθενά προσπαθήσαμε να δώσουμε λύση στο πρόβλημα. Ο πατέρας μου μάζεψε από δω κι από κει κάτι κοτρώνια, και προσπαθούσε να τα βάλει στο χαντάκι για να πατήσει κάπου η ρόδα κι επιτέλους να φύγουμε. Από το πάθος του και τα νεύρα του γρατσούνισε και τα χέρια του κι έτρεχαν κι αίματα. Εγώ καθόμουν παραπέρα και κοιτούσα σαν χάχας. Μάλλον τελικά εγώ δεν βοήθησα και τόσο την κατάσταση, τώρα που το σκέφτομαι. Τέλος πάντων, με τα πολλά κι αφού δεν μπορούσαμε να δώσουμε λύση, κάναμε ώτοστοπ σε αγροτικό, ανεβήκαμε στην καρότσα (εγώ κυριλέ και πιτσιρικάς, ο πατέρας μου σαρανταπεντάρης και με τρύπια μπιτζάμα – φανελλάκι) και πήγαμε σε συνεργείο του χωριού, από όπου επιστρέψαμε με τρακτέρ στο σημείο του ατυχήματος για να μαζέψουμε το αμάξι από το χαντάκι. Ο πατέρας μου δεν μου ξαναπρότεινε να οδηγήσω, αλλά ούτε κι εγώ του το ξαναζήτησα.

Μια άλλη φορά είχα πάει για οδήγηση με τη μάνα μου σε αλάνα στη Θεσσαλονίκη με ένα πεζό 206 που έχει. Η μητέρα μου ήταν ακριβώς το αντίθετο από τον πατέρα μου. Με άλλα λόγια όσο με εμπιστευόταν και δεν φοβόταν ο μπαμπάς, τόσο και παραπάνω ένιωθε ανασφάλεια και φοβόταν η μαμά. Πραγματικά δεν ξέρω πως την έπεισα να πάμε για να οδηγήσω. Στ’ αλήθεια το πεζό μου είχε σπάσει τα αρχίδια. Με είχε πραγματικά νευριάσει. Πρέπει να μου είχε σβήσει πάνω από 30 φορές μέχρι να το βάλω μπρος. Γαμημένο πεζό. Με τα νεύρα μου τσατάλια, κάποια στιγμή ξεκίνησε. Πήγαινα με 17 χιλιόμετρα την ώρα και σε απόσταση 500 μέτρων υπήρχε ένα καγκελάκι. Η μάνα μου άρχισε να αγχώνεται λες και έτρεχα με 200 και το κάγκελο ήταν στα 10 μέτρα.

- Πρόσεχε το κάγκελο.

- Καλά ρε μαμά, είναι πολύ μακριά.

- Πρόσεχε σου λέω, μην θες να με εκνευρίσεις.

- Κάτσε ρε παιδί μου ακόμα δεν ξεκίνησα.

- Σταμάτα σου λέω θα χτυπήσουμε.

- Ωχ ρε παιδάκι μου, μην με πρήζεις στα 500 μέτρα είναι. Έχω μάτια, βλέπω.

- Σταμάτα παιδάκι μου σου λέω.

- Εσύ σταμάτα, γιατί μου σπας τα νεύρα.

- ΣΤΑΜΑΤΑ ΤΩΡΑ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΚΑ ΞΕΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ.

Κάπου εκεί τα πήρα άσχημα. Και πάτησα το φρένο απότομα και με όλη μου τη δύναμη, με αποτέλεσμα η μαμά να βρεθεί σχεδόν κολλημένη στο τζάμι.

- Κατέβα κάτω βρε άχρηστο πλάσμα. Ηλίθιο, ε ηλίθιο.

Καταλαβαίνετε ότι και με τη μαμά είχαμε την ίδια εξέλιξη που είχαμε με τον μπαμπά. Ούτε μου πρότεινε ποτέ οδήγηση, ούτε της ξαναζήτησα.

Τέλος, μια φορά κάπου είχαμε πάει με τον πατέρα μου, και αυτός είχε κατέβει για λίγο από το αμάξι για να πληρώσει έναν λογαριασμό ή κάτι τέτοιο. Το αμάξι ήταν σταματημένο στην κατηφόρα. Κι ο πατέρας μου δεν είχε κατεβάσει χειρόφρενο, αλλά είχε αφήσει μέσα την πρώτη. Εγώ καθισμένος στη θέση του συνοδηγού δεν ήξερα αυτά τα κόλπα (όχι ότι τώρα τα ξέρω), και παράλληλα βαριόμουν μόνος μου στο αμάξι. Παρατήρησα ότι ο λεβιές των ταχυτήτων ήταν στην πρώτη και σκέφτηκα: τον ξέχασε, θα τον βάλω στην νεκρά. Το έκανα και μετά από δύο δευτερόλεπτα συνειδητοποίησα ότο τα κτίρια κουνιούνται. Μετά από τρία δευτερόλεπτα είχα καταλάβει ότι είχα κάνει μαλακία, και ξαπλώθηκα ανάμεσα στις δύο θέσεις πατώντας το φρένο με το χέρι και περιμένοντας σε μια πραγματικά άβολη στάση κανένα τέταρτο να γυρίσει ο πατέρας μου. Ένιωσα λίγο μαλάκας και άσχετος, αλλά πάλι καλά που δεν στούκαρα πουθενά. Από τότε δεν πειράζω τίποτα μέσα στα αυτοκίνητα εκτός από τα σι ντι πλέιερ και τα παράθυρα.

Δίπλωμα δεν έχω βγάλει ακόμα, και δεν ξέρω και πολλούς στην ηλικία μου που να μην έχουν. Αμάξι δεν έχω ξαναοδηγήσει. Οδηγώ ένα πενηντάρι πιάτζιο, που είναι λίγο καλύτερο από ποδήλατο αλλά για την πόλη με βολεύει απίστευτα. Για το παπάκι έχω δίπλωμα εδώ και 6 χρόνια. Όχι ότι με αυτό δεν έχω κάνει μαλακίες. Αλλά αυτές ανήκουν σε άλλο κεφάλαιο.

Όταν ήμουν μικρός είχα έναν θείο, τον θείο Αποστόλη. Που παρ’ όλο που ήταν μεγάλος, ήταν συγχρόνως και μικρός. Πλάκα είχαμε. Αυτός ευθύνεται για την αρρώστια μου με τον Νικ Κέιβ, όταν στην ηλικία των δώδεκα μου έφερε δώρο για τα γενέθλιά μου το Λετ Λοβ Ιν. Και πραγματικά το έλιωσα το σι ντι και το βιβλιαράκι με τους στίχους. Από τότε βέβαια πέρασαν χρόνια και έχω αποκτήσει όλη την δισκογραφία του Κέιβ και με Μπέρθντεϊ Πάρτι, και κάτι από Μπόις Νεξτ Ντορ και Γκρίντερμαν. Τέλος πάντων ήταν παράξενο να ακούω σε τέτοια ηλικία τόσο φανατικά Κέιβ και το πρόβλημα ήταν πως δεν είχα κάποιον φίλο να μοιραστώ την χαρά μου. Έτσι μια μέρα ο θείος Αποστόλης με πήρε να πάμε στο Μπερλίν, που τότε ακόμα ήταν σε πιο νιου γουέιβ φάση, με τα πανκιά του και τα όλα του. Τα τελευταία χρόνια η αλήθεια είναι πως με έχει ξενερώσει. Τέλος πάντων, μπήκαμε μέσα, ήπια και μια πορτοκαλάδα και κοιτούσα σαν χάνος τα φρικιά που με περνούσαν και ένα μέτρο στο μπόι. Τελικά έπαιξε και Νικ Κέιβ, κι εγώ χάρηκα που ανακάλυψα πως δεν ήμουν ο μόνος στον κόσμο, εκτός βέβαια από τον θείο που ξέρει τον Νικ. Με τα πολλά φύγαμε, και εγώ πεινούσα σαν λύκος. Ρε συ θείο πεινάω ρε. Θα φάμε τίποτα? Δεν θυμάμαι καλά, αλλά πρέπει να πήγαμε σε κάποιο τοστάδικο στη Ναυαρίνου. Μπαίνουμε μέσα και παραγγέλνουμε και μια πίτσα για μένα. Οπότε ο θείος ανακαλύπτει ότι δεν έχει πάνω του φράγκο, παρά μόνο ένα εικοσάρικο κέρμα, μιλάμε για δραχμές ακόμα έτσι? Άστο, λέει ο θείος στον τοστά, έχασα το πορτοφόλι μου. Πρέπει να πεινούσα πολύ. Πρέπει να πεινούσα διαολεμένα πολύ. Και η πείνα μου πρέπει να φαινόταν στα μάτια μου. Γιατί ο τοστάς μου χάρισε την πίτσα, επειδή μάλλον με λυπήθηκε. Τώρα που το σκέφτομαι πρέπει να πεινούσα ακόμα παραπάνω κι από διαολεμένα. Γιατί ο τοστάς έβγαλε ακόμα μια πίτσα και την έδωσε στον θείο. Είναι λίγο μικρότερη από τις άλλες και δεν θα την πάρει κανείς, δεν θα την πουλήσω είπε. Τι γέλιο ρίξαμε μετά. Πραγματικά ανέμελα παιδικά χρόνια με τον θείο που ήταν κι αυτός λίγο παιδί. Κι έτσι όπως προχωρούσαμε, κι αφού είχαμε φάει τις τζάμπα πίτσες, να σου μπροστά μας ένα γυφτάκι με ένα τουμπερλέκι. Είχαμε ακόμα ένα όπλο. Εκείνο το εικοσάρικο. Πραγματικό όπλο. Πιάνει τον πιτσιρικά ο θείος και του λέει να παίξει. Δώστου και παίξε και δώστου ξανά μανά, έγινε της πουτάνας με το τουμπερλέκι νυχτιάτικα. Κι αφού τον ξεχαρβαλώσαμε τον πιτσιρικά μας γυρνάει, ανάποδα το τουμπερλέκι να του ρίξουμε το εισιτήριο. Μάλλον πρέπει να περίμενε κανένα κατοστάρικο γιατί είχε παίξει πολύ ώρα, και καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πέρα αφού ανακάλυψε την αμοιβή που του είχαμε δώσει, γύρισε και εκσφενδονίζοντας το κέρμα προς το μέρος μας, ευτυχώς χωρίς να μας πετύχει, ούρλιαξε: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΡΕ ΓΥΦΤΟΙ? Τι γέλιο ρίχναμε με τον θείο. Κανονικά πεθαίναμε στα γέλια. Κι ήταν ωραία και ανέμελα. Μέσα σε ένα βράδυ μπορούσα να ανακαλύψω ότι δεν είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρει τον Νικ Κέιβ, να δω για πρώτη φορά φρικιά από κοντά, να φάω πίτσα τζάμπα από αλάνι τοστά της Ναυαρίνου και να είμαι πιο γύφτος και από τους ίδιους τους γύφτους.

Α ρε ανεμελιά της νιότης που είσαι ρε γαμώτο?

Η ιστορία αυτή πρέπει να είχε εκδοθεί στην ελευθεροτυπία πριν μερικά χρόνια από τον συγγραφέα Αντώνη Σουρούνη. Δεν μπορώ να την βρω για τον λόγο του ότι είμαι στο εξωτερικό αυτήν την περίοδο. Είμαι όμως σχεδόν σίγουρος ότι υπάρχει τόσο αυτή όσο και άλλες πανέμορφες ιστοριούλες στο βιβλίο Κυριακάτικες Ιστορίες που κυκλοφορεί στα ελληνικά βιβλιοπωλεία. Ο Αντώνης Σουρούνης αποτοτελεί κατ’ εμε ίσως και τον καλύτερο Έλληνα συγγραφέα. Σαλονικιός από την Άνω Πόλη, μετανάστης στη Γερμανία, με υπέροχη αίσθηση του χιούμορ σε συνδυασμό με μια μοναδική ευαισθησία, και με ένα άρωμα γυναικείου σώματος, καπνού, ουίσκι και τζόγου να πλανάται πάνω από τις ιστορίες του, δίκαια παίρνει από εμένα τον τίτλο του Έλληνα Μπουκόφσκι. Μόνο αυτοί οι δύο έχουν καταφέρει να διαβάζω μία σελίδα από ένα βιβλίο τους και να γαμιέμαι στα γέλια, και στην αμέσως επόμενη να με πιάνουν τα κλάματα. ΄Εχοντας λοιπόν θυμηθεί αυτό το διήγημα το παραθέτω παρακάτω σε μια στα σίγουρα διασκευασμένη και κατά πολύ χειρότερη από το πρωτότυπο, δικιά μου απόδοση.

Χτύπησε το τηλέφωνο κατά τις 10 η ώρα το πρωί. Ακόμα κοιμόμουν. Ήταν ο φίλος μου ο Θανάσης από το Πανόραμα. Με τον Θανάση ήμασταν μαζί στη Γερμανία και είχαμε φάει ψωμί κι αλάτι. Το κακό ήταν πως ο Θανάσης ζούσε μόνος του σε μια μονοκατοικία στο Πανόραμα, και τα τελευταία χρόνια το είχε χάσει το μυαλό και δεν είχε και κανέναν να τον προσέχει. Πρέπει να ήμουν το μόνο άτομο που θα σκεφτόταν να πάρει τηλέφωνο.

- Έλα ρε.

- Έλα ρε Θανάση.

- Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου, δεν πιστεύω να το ξέχασες? Τσακίσου κι έλα να πιούμε κανένα τσιπουράκι στην αυλή.

- Χρόνια πολλά ρε Θανάση, αλλά δεν μπορώ. Πρέπει να πάω να πληρώσω τους λογαριασμούς.

- Κυριακή είναι ρε μαλάκα, είναι κλειστά. Τσακίσου και έλα.

Έπρεπε να πάω. Η αλήθεια είναι πως ίσως να ήθελα και να τον δω. Τον σκέφτηκα μόνο του χωρίς κανένα στον κόσμο και ράγισε η καρδιά μου. Πήγα χαρούμενος με την σκέψη ότι θα κάνω έναν παλιό φίλο να νιώσει καλύτερα. Στον δρόμο πήρα και λίγη αντζούγια να τσιμπήσουμε μαζί με το τσιπουράκι. Αράξαμε στην όμορφη αυλή του. Στ’ αλήθεια είχε χαρεί που γιορτάζαμε μαζί τα γενέθλιά του. Τα λέγαμε αρκετή ώρα μέχρι που μου έσκασε τη βόμβα.

- Θέλω να παίξουμε ποδόσφαιρο.

- Τι ποδόσφαιρο ρε συ Θανάση. Τα πόδια μας δεν μπορούμε να πάρουμε, μας έχει χτυπήσει και το τσίπουρο.

- Όχι εγώ θέλω. Και μάλλον δεν θα παίξουμε. Θα παίξεις εσύ. Θα κάνεις τις δύο ομάδες και εγώ θα είμαι στιν κερκίδα και θα επευφημώ ή θα γιουχάρω ανάλογα.

- Μα ρε συ Θανάση…

- Όχι μα. Τα γενέθλιά μου είναι μια φορά το χρόνο. Να μου κάνεις το χατίρι αν είσαι φίλος.

Πραγματικά το είχε χάσει. Τι να κάνω όμως είχε δίκιο. Μια φορά είχε γενέθλια, και φέτος καθόταν και Κυριακή. Έπρεπε να του κάνω το χατίρι. Βάλθηκα λοιπόν να τρέχω πάνω κάτω με μια μπάλα και να παριστάνω πως παίζω ποδόσφαιρο με αντίπαλο τον εαυτό μου. Εν τω μεταξύ, ο Θανάσης γκάριζε από την άκρη της αυλής άλλοτε ουρλιάζοντας συνθήματα της παοκάρας κι άλλοτε βρίζοντας και χριστοπαναγιάζοντας. Είχε και σαράντα βαθμούς ντάλα καλοκαίρι κι είχα κρεμάσει τη γλώσσα στο δεκάλεπτο. Κι ενώ έπειτα από κανένα μισάωρο, ημιλιπόθυμος ήμουν έτοιμος να τρέξω στην εξώπορτα και να τον αφήσω να βρίζει μοναχός του, ένιωσα τον κόσμο να χάνεται και βρέθηκα ανάσκελα στο γρασίδι με ανοιγμένο το κεφάλι. Κάποια προσβολή πρέπει να είδε ο Θανάσης από κάποιον ποδοσφαιριστή της αντίπαλης ομάδας και σημάδεψε το κεφάλι μου με μια κοτρώνα. Και πέτυχε διάνα. Πραγματικά πρέπει να το είχε χάσει.

- Είσαι καλά ρε Θανάση? Εικοσιδύο ποδοσφαιριστές είναι στο γήπεδο εμένα το φίλο σου βρήκες να χτυπήσεις?

- Καλά ε, είσαι μεγάλος μαλάκας. Είκοσι χιλιάδες άτομα είναι στην κερκίδα, γιατί κατηγορείς εμένα?

Από τότε έχω να πάω σε γενέθλια.

η βέσπα και η Ιταλία

Ιουνίου 21, 2007

ffffffffff.jpg

Η βέσπα.

Τι ωραία που είναι!!!

Είναι στ’ αλήθεια πολύ ωραία.

Κι αυτήν εδώ η κίτρινη που πέτυχα!!!

Πραγματικά όμορφη.

Κάποτε έκανα όνειρα στα οποία συμμετείχε και η βέσπα. Ποτέ δεν είχα βέσπα. Μόνο ένα σκούτερ από αυτά τα κακά. Αλλά δεν πειράζει αυτά έχουμε, με αυτά θα τη βγάλουμε. Τέλος πάντων, καμιά φορά σκεφτόμουν ότι είχα μια βέσπα και είχα πάει ταξίδι στην Ιταλία το καλοκαίρι. Όχι με τη βέσπα, με ένα καράβι που είχε μέσα τη βέσπα. Η φαντασία μου οργίαζε στ’ αλήθεια. Στην Ιταλία δεν έχω πάει παρά μόνο για ένα βράδι στο Μιλάνο. Γενικά δεν έχω ταξιδέψει πολύ αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Παρ’ όλα αυτά ταξίδευα με το μυαλό μου. Και τα όνειρα είναι ωραίο πράγμα. Σε κάνουν να νιώθεις καλά και δεν κοστίζουν τίποτα όπως λέγαμε με έναν παιδικό φίλο καπνίζοντας και πίνοντας το ποτό μας σε κανένα πάρκο ή σε κανένα μπαλκόνι, ενώ παράλληλα ονειροπολούσαμε. Χωρίς λοιπόν να έχω ιδέα από Ιταλία, την ονειρευόμουν πάντα συντροφιά με τη βέσπα. Τι όμορφα που ήταν! Δεν πάτησα το πόδι μου σε καμιά μεγάλη πόλη. Πήγαινα παραλία παραλία. Φορούσα ένα κοντό παντελόνι, ένα σακάκι ελαφρύ και γυαλί ρέιμπαν ταρταρούγα (αυτά τα έχω τουλάχιστον). Είχα και λίγο μακρύ μαλλί και ανέμιζε όταν δεν φορούσα το άσπρο κράνος κασκέτο που είχα μαζί μου. Α, και φορούσα και εκείνη την μπεζ λαστιχένια σαγιονάρα που είναι πολύ διαδεδομένη στους πενηντάρηδες τουλάχιστον της πατρίδας μου. Μόνο αυτά είχα. Μόνο αυτά και τη βέσπα. Πραγματικά ήταν ωραία. Σε κάθε μικρό χωριό που συναντούσα ερωτευόμουν κι από μια Ιταλίδα μικρή. Και το ωραίο ήταν ότι κι αυτή με ερωτευόταν όσο κι εγώ. Πράγμα που σήμαινε ότι μοιραζόμασταν μαζί κανένα παγωτό ξυλάκι, κάναμε καμιά βουτιά, πηγαίναμε βολτίτσες με τη βέσπα, γενικά περνούσαμε μαζί κάνα δυο βραδιές που μας έμεναν χαραγμένες τόσο γλυκά στο μυαλό, ενώ μια αίσθηση νοσταλγίας φούντωνε μέσα μου με το που έφευγα μόνος μου παρέα με τη βέσπα. Με άλλα λόγια η βέσπα ήταν το μόνο θηλυκό που έμενε μαζί μου σε όλο το ταξίδι. Και στο νου μου υπήρχαν τόσες μικρές Ιταλίδες, εικοσάχρονες έτοιμες να μοιραστούν μαζί μου την ξενοιασιά, την ειλικρίνεια, το άνοιγμα της ψυχής και το χαμόγελο. Δεν είχαν καμιά απαίτηση αλλά ούτε κι εγώ δεν είχα. Γι’ αυτό ήταν όλα τόσο όμορφα σε αυτό το όνειρο. Δεν θυμάμαι αν λέγαμε ο ένας το όνομά του στον άλλον. Πάντως σίγουρα, δεν δίναμε κανένα παραπάνω στοιχείο από αυτό (και δεν ήμασταν και σίγουροι αν ήταν αλήθεια. αλλά δεν μας ένοιαζε κι όλας). Δεν χρειαζόταν τα λόγια σχεδόν καθόλου. Μιλούσε η φύση και ο ήλιος. Στ’ αλήθεια ήταν τόσο ωραία. Κι έτσι γύρισα όλη την Ιταλία από το τακούνι μέχρι τη μύτη και πάλι πίσω. Με μια βέσπα που πάνω της κουβαλούσε όλες τις Ιταλίδες μαζί. Πόπο, σας λέω στ’ αλήθεια ότι είναι ωραίο να ονειρεύεσαι. Δεν κοστίζει τίποτα. Και νιώθεις ωραία.

Με μια βέσπα σαν αρχή.

Ή ότι σας βολεύει.

Καλό ταξίδι.